Τετάρτη 9 Ιανουαρίου 2013

Γαργάρα

γαργάρα θηλυκό

 

  1. το πλύσιμο του λάρυγγα με νερό ή κάποιο διάλυμα το οποίο δεν καταπίνουμε, αλλά, με γερμένο το κεφάλι προς τα πίσω, το κρατάμε στο ύψος της σταφυλής και το ανακινούμε εκπνέοντας
    κάνει γαργάρες για τον πονόλαιμο

Εκφράσεις 

κάνω (κάτι) γαργάρα: δε σχολιάζω κάτι αρνητικό που άκουσα ή συνέβη.

   

Tι έγινε Γαργάρα η ανακοίνωση για την δήθεν έκθεση ''μαιμού''  Σαραντόπουλε;

1 σχόλιο:

  1. ΧΛΑΠΑΤΣΑΣ: ΘΑ ΔΕΙΤΕ ΤΙ ΘΑ ΠΑΘΕΤΕ!!!
    ΣΑΡΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ: ΘΑ ΔΕΙΤΕ ΤΙ ΘΑ ΠΑΘΕΤΕ!!!
    ΤΥΧΑΙΟ???? ΔΕΝ ΝΟΜΙΖΩ!!!!

    ΑπάντησηΔιαγραφή

η Αλεπού Φιλαδέλφειας - Χαλκηδόνας